Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 04 Ιανουάριος 2021 10:51

#ΣώστεΤηνΑνάγνωση - Η ιστορία

 

#ΣώστεΤηνΑνάγνωση -Η ιστορία

Εκείνο το πρωί συνέβη κάτι παράξενο.

Το αδύνατο ταλαιπωρημένο δέντρο που στεκόταν μόνο και παραμελημένο σε κείνη τη γωνιά του τετραγώνου, χωρίς να το προσέχει κανείς, έφυγε.

- Έφυγε! φώναξε η Μυρτώ έκπληκτη κοιτώντας από το παράθυρο της κουζίνας. Με την άκρη του ματιού της πρόλαβε να δει τα τελευταία κλαδιά να χάνονται στη στροφή.

Έσπρωξε βιαστικά την καρέκλα που της έκλεινε το δρόμο και χτυπώντας πίσω της την πόρτα βγήκε τρέχοντας έξω. Από τη βιασύνη της δεν πρόσεξε το Θωμά που κρατούσε σφιχτά το χέρι της μικρής Έλσας και με τη φόρα που είχε πάρει, κατέληξαν και οι τρεις ξάπλα στο πεζοδρόμιο.

Δεν έκλαψε κανείς. Το βουητό που ακούστηκε δυνατό, τους έκανε να στρέψουν τα μάτια τους και την προσοχή τους, στον ουρανό.

Δεκάδες μικρά αεροπλανάκια - να δεις πως τα έλεγε ο μπαμπάς; ντροουνς; - πετούσαν χαμηλά,

Ναι! μπορούσαν να διακρίνουν και τα μικρά πακέτα που μετέφεραν...

Η τέλεια εικόνα για Παραμονή Χριστουγέννων...

Στο μεταξύ στο σπίτι της Αριάδνης όλα είναι στολισμένα και λαμπερά!  

Περιμένει τον μπαμπά της μαζί με τη μαμά και τον μικρότερο αδερφό της , που το μόνο που ξέρει να κάνει καλά είναι να την εκνευρίζει.

Ο μπαμπάς της υποσχέθηκε να περάσουν μαζί το απόγευμα. Η Αριάδνη κοιτάζει ανυπόμονα το παράθυρο. Άδειοι δρόμοι.

Κανείς δεν μπορεί πια να κυκλοφορήσει. Η μαμά λέει πως πρέπει να τηρούμε τους κανόνες και φυσικά τις αποστάσεις.

- Ήρθε , ήρθε ! φώναξε τρισευτυχισμένη!

Ο μπαμπάς δεν πρόλαβε καλά καλά να μπει σπίτι και αμέσως εκείνη σκαρφάλωσε πάνω του.

- Σιγά, σιγά, θα με ρίξεις , της απάντησε γελώντας!

Η Αριάδνη περίμενε να τελειώσει τα φαγητό του για να πάνε τη βόλτα που της ειχε υποσχεθεί.

- Έτοιμη , Αριάδνη; ρώτησε ο μπαμπάς. Φόρεσε το παλτό σου και φυσικά το καινούριο σου κασκόλ.

Περπατούσαν κουβεντιάζοντας, όταν ένα μικρό χαριτωμένο σκυλάκι τράβηξε την προσοχή του κοριτσιού. Κοίταξε το μπαμπά. Της έγνεψε χαμογελαστός με το κεφάλι. Συνεννοήθηκαν!

Έσκυψε, το πήρε αγκαλιά κι αμέσως, το βλέμμα της έπεσε στο λαιμό του και στο μικροσκοπικό χρυσαφένιο κλειδί που κρεμόταν από ένα κόκκινο κορδόνι.                                                                                  

Mπίμπι!!! Ξεφώνησε όλο χαρά. Μα τι γυρεύεις εσύ εδώ;

Τι ρωτάω; Εσύ μπορείς να βρεθείς παντού! Έλα, πάμε σπίτι , έχουμε ετοιμασίες. Την ήξερε τη Μπίμπι, αλλά πρώτη φορά την έβλεπε από κοντά. Η Μυρτώ και η Αριάδνη ήταν συμμαθήτριες. Ήξερε λοιπόν τη Μπίμπι, από το μάθημα ζωγραφικής. ό,τι θέμα κι αν είχαν, η Μυρτώ είχε έναν έξυπνο τρόπο να τρυπώνει και τη Μπίμπι μέσα στη ζωγραφιά της.

Παραμονή Χριστουγέννων!

Η Μυρτώ και η Έλσα βοηθούν στις ετοιμασίες για την γιορτινή βραδιά.

Εκτός απ’ το Θωμά, που κλαψουρίζει όλη την ώρα για το καρούμπαλο που του χάρισε η βιασύνη του. Βλέπετε, ήθελε να τρέξει με την αδελφή του.

Κανείς όμως δεν παρατήρησε το σπιτάκι της Μπίμπι πριν μπουν στο σπίτι. Το μυαλό τους το είχαν αλλού.

-Πού λες να πήγαν το δέντρο Έλσα; Ρώτησε η Μυρτώ

-Δεν ξέρω, έτσι κι αλλιώς ήταν γέρικο.

-Μα δε θυμάσαι τι είχε πει ο παππούς; Τα κλαδιά στα δέντρα ξανανθίζουν, αρκεί οι ρίζες τους , να αντέχουν στους δύσκολους καιρούς. Δεν έπρεπε να το πάρουν ακόμη…

-Και τα νρόουνς; Βουουμμμ κούνησε το χέρι του και ρώτησε όλο απορία ο Θωμάς.

-Άλλο πάλι και τούτο το καινούριο! Καλά πως τους ήρθε να βάλουνε πακέτα με ντρόουν;

Δεν έπαιρναν ποδήλατα να κάνουν και μια βόλτα; είπε η Έλσα.

Μα όλα πια την ενοχλούσαν αυτή την Έλσα; Σε κάθε τι ήθελε να έχει αντίθετη άποψη.

Και γιατί το ένα έτσι και γιατί το άλλο αλλιώς, πνεύμα αντιλογίας την έλεγε η μαμά και συμπλήρωνε μετά, «κοίτα να σου βγει σε καλό».

Η Μυρτώ ήταν άλλο βρε παιδί μου! Σωστή ονειροπόλα! Της άρεσε να διαβάζει πάρα πολύ. Βιβλία περιπέτειας και μυστηρίου! Καμιά φορά σκαρφιζόταν κι αυτή ιστορίες και τις έλεγε στον παππού της. Κι αυτός με καμάρι της έλεγε:

«Να γράφεις παιδί μου, να διαβάζουν όλοι να σωθεί η ανάγνωση».

-Άραγε είναι όλα τα παιδάκια τυχερά σαν κι εμάς; αναρωτήθηκε…

Έπιασε μολύβι και χαρτί κι άρχισε να γράφει μια νέα ιστορία… «Η πριγκίπισσα Ανάγνωση»…

Ενώ ο Θωμάς ένας σωστός κωμικός…

-Ακούσατε ακούσατε!!! Το στολισμένο δέντρο, είναι το πιο λαμπερό σημείο του σπιτιού, στο τζάκι καίγονται τα πιο μεγάλα κούτσουρα και η πρωταγωνίστρια της βραδιάς, ξεροψήνεται στο φούρνο!

Το φαγητό ήταν «να γλείφεις τα δάχτυλά σου!

«Φαγητό μανούλας!» όπως έλεγε η Μυρτώ!

Της είχε ζητήσει, μάλιστα, να τους ετοιμάσει και το αγαπημένο τους γλυκό! Προφιτερόλ! Μετά από τη μάχη με τη σοκολάτα, γέλαγαν ακόμα και τα σοκολατένια μουστάκια τους!

Η Μυρτώ έδωσε το σύνθημα! Ο Θωμάς, η Έλσα, η Αριάδνη και ο αδερφός της ο Νίκος πήγαν στο δωμάτιό της!

Το βράδυ αυτό το περίμεναν καιρό! Θα έμεναν ξύπνιοι όλο το βράδυ για να δουν τον Άγιο Βασίλη!

Μπήκαν στη σκηνή που είχε στηθεί στο δωμάτιό της.

Φόρεσε τα γυαλιά της και με ύφος μεγάλης κυρίας τους έβαλε να ορκιστούν!

Κανείς δεν θα αποκάλυπτε ποτέ τίποτα για το βράδυ αυτό!

«Ξέρω τι συνέβη στο δέντρο που έφυγε!» είπε η Μυρτώ.

Όλοι την κοίταξαν με ορθάνοιχτα μάτια! Ακόμα και η Μπίμπι περίμενε με αγωνία κουνώντας μία δεξιά και μία αριστερά το κεφαλάκι της!

Ξαφνικά, στην πλατεία μπροστά από το σπίτι...

"...Έγινε κάτι μαγικό.

Όλοι κοκάλωσαν όταν είδαν το γέρικο δέντρο να έχει ριζώσει στη μέση της πλατείας.

Ήταν στολισμένο με χρυσά αστέρια, κόκκινες μπάλες και χρυσοκόκκινες γιρλάντες.

Τα παιδιά το κοιτούσαν σαν μαγεμένα.

Παρατήρησαν όμως ότι ανάμεσα στα στολίδια κρεμόταν ένας φάκελος. Πλησίασαν κοντά και είδαν ότι ο αποστολέας ήταν ο... Άγιος Βασίλης!

Με χέρια που έτρεμαν άνοιξαν τον φάκελο και βρήκαν μέσα ένα άσπρο χαρτί. Μόλις το πήραν στα χέρια τους εμφανίστηκε από το πουθενά μια μαγική πένα που μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παιδιών άρχισε να γράφει το παρακάτω μήνυμα:

"Αγαπημένα μου παιδιά, πρώτα απ' όλα θέλω να ευχηθώ σ' εσάς και τις οικογένειές σας καλά Χριστούγεννα! Είναι αλήθεια ότι οι φετινές γιορτές είναι διαφορετικές και παράξενες για όλους. Έχω κι εγώ ένα πρόβλημα και θέλω να με βοηθήσετε να το λύσω.

Δεν ξέρω αν το έχετε μάθει, αλλά η πριγκίπισσα Ανάγνωση είναι φυλακισμένη στο κάστρο του σατανικού μάγου Αναλφαβητίξ. Για το λόγο αυτό, τα παιδιά που μου έχουν ζητήσει βιβλία για δώρο, δε θα μπορούν να τα διαβάσουν.

Θέλω λοιπόν να σας αναθέσω μια πολύ σημαντική αποστολή. Θα βρείτε τις οδηγίες στο γραμματοκιβώτιο της δημοτικής βιβλιοθήκης. Για να το ανοίξετε θα χρησιμοποιήσετε το κλειδί που έχει κρεμασμένο στο λαιμό της η Μπίμπι...".

...Οκλήρος πέφτει στην Έλσα.

Παίρνει ένα μοσχομυρισμένο μπισκότο απ΄τον μπουφέ και πλησιάζει την Μπίμπι που καθόταν όλο χάρη στη μαξιλάρα της και έβλεπε παιδικά. Με το αριστερό προσφέρει το μπισκότο και με το δεξί πάει να λύσει το κόκκινο κορδόνι απ΄το λαιμό της.

“Όχιιι, μήηηη, μην τ΄αγγίζεις, θα πεθάνω αν το λύσεις” φωνάζει με σπαραχτική γυναικεία φωνή η Μπίμπι. “Eίμαι μαγεμένη”, συνεχίζει υστερικά και μ΄όλη την σκυλίσια δύναμη του λαρυγγιού της.

Τα παιδιά πλησιάζουν να δουν τι συμβαίνει.

“Καλά, ούτε την πιο απλή δουλειά δεν μπορεί να διεκπεραιώσει αυτή η Έλσα, χωρίς γκρίνια” σκέφτηκαν όλοι μαζί από μέσα τους, αλλ΄απέξω τους αντίκρυσαν μια Έλσα χλωμή, με ορθάνοιχτα μάτια και σ΄αφωνία, κολλημένη στον τοίχο να δείχνει με το χέρι την σκυλίτσα και άκουσαν με τα ίδια τους τ΄αυτιά την Μπίμπι, που πια καθόταν με ύφος στητό, λιονταρίσιο σχεδόν, στην πιο εντυπωσιακή μαξιλάρα του καθιστικού, να λέει με χαμηλή, γλυκειά, απαλή γυναικεία φωνή “Είμαι γυναίκα, δεσποινίς ,ετών 38 κι 8, με μεταμόρφωσε ο Αναλφαβητίξ σε σκύλα, λόγω ερωτικής αντιζηλίας. Είναι μεγάλη ιστορία και πικρή. Αλλά δεν είναι της παρούσης. Άλλη φορά θα σας τα πω, εδώ μας βάζουν όρια”.

Λοιπόν, παιδιά σε δράση! Μαζεύτε τα σαγόνια σας, επαναφέρετε σε φυσιολογική θέση τα μάτια σας και να το σχέδιο! Πάμε όλοι μαζί στη βιβλιοθήκη. Μυρτώ με παίρνεις αγκαλιά κράτα με μπροστά στην κλειδαριά . Αρχίζω τ΄ακροβατικά. Μια στροφή στα δεξιά, άλλη μια στ΄αριστερά, το κλειδάκι ναν΄καλά.΄΄

Μια χαρά πάει η δουλειά.

Το πορτάκι άνοιξε, τα παιδιά πήραν το φάκελο κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Όλοι απορούσαν για το περιεχόμενο του φακέλου.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αγίου Βασίλη, μια περιπετειώδη και κρίσιμη αποστολή θα έπρεπε να φέρουν εις πέρας. Η αδυναμία της Έλσας να ανοίξει το φάκελο λόγω του άγχους της προκάλεσε την αγανάκτηση και το γέλιο του Θωμά και της Μυρτώς.

"Βρε Έλσα ένας απλός φάκελος από χαρτί είναι, όχι από μέταλλο για να σου είναι δύσκολο να τον σκίσεις" την αποπαίρνει η Μυρτώ. Ο Θωμάς μόλις ηρέμησε μετά το έντονο νευρικό γέλιο του άρπαξε απότομα το φάκελο και τον έσκισε επιτυχώς. Η Έλσα ξεκίνησε να διαβάζει τις οδηγίες που απαιτούνταν να ακολουθήσει η ίδια και η παρέα της.

Η αποστολή τους περιλαμβάνει τρία στάδια. Σύμφωνα με το πρώτο, θα έπρεπε να διασχίσουν τον Λυκαβηττό μέχρι να φτάσουν στο κέντρο του δάσους.  

Εκεί ένας έμπιστος ακόλουθος της πριγκίπισσας θα τους βοηθούσε να ανηφορίσουν μια κλιμακωτή σκάλα που οδηγεί στο κάστρο του Αναλφάβητιξ.

Πως θα τα κατάφερναν όμως δίχως να γίνουν αντιληπτοί;

Τα παιδιά ξεκίνησαν για το δάσος.

Περπατούσαν πολλή ώρα, ήταν όμως τόσο ενθουσιασμένα που δεν καταλάβαιναν κούραση. Δεν ήταν σίγουρα πως έχουν πάρει το σωστό δρόμο, όταν είδαν ένα δέντρο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ήταν πολύ μεγάλο και φωτεινό, τα φύλλα του γυαλίζανε στο φως και όταν τα φυσούσε ο αέρας ακουγόταν μια γλυκιά μελωδία. Μπροστά του ακριβώς στεκόταν ένα κορίτσι.
-Σας περίμενα, είπε. Είμαι η ακόλουθος της πριγκίπισσας Ανάγνωσης. Βρισκόμαστε στο δέντρο με τα
θαύματα. Θα μας βοηθήσει να φτάσουμε στο κάστρο του Αναλφαβητίξ. Λοιπόν-
Ένας δυνατός θόρυβος σαν βουητό την σταμάτησε. Η μελωδία από τα φύλλα του δέντρου ίσα που ακουγόταν. Εκείνη και τα παιδιά κοίταξαν γύρω τους, ύστερα στον ουρανό και τα είδαν ξανά. Χιλιάδες ντρόουνς, περισσότερα από πριν, πετούσαν στον ουρανό. Τα παιδιά χαμογέλασαν.
-Όχι! φώναξε η ακόλουθος. Ακούστε με, δεν έχουμε
χρόνο!Αυτά δεν είναι του Άγιου Βασίλη, τα δώρα που κουβαλάνε είναι ψεύτικα, τα στέλνει ο Αναλφαβητίξ για να μας παρακολουθήσει! Γρήγορα! είπε και έτρεξε προς το δέντρο. Ακούμπησε δύο φορές τον κορμό του, και τα παιδιά δεν την έβλεπαν πια. Δεν έβλεπαν ούτε το ένα το άλλο. Δεν έβλεπαν ούτε το σώμα τους! Είχαν γίνει αόρατοι!

Ξαφνικά άκουσαν την Έλσα να φωνάζει: “ Άουτς! Με ξενύχιασες!”

Ο Θωμάς της είχε πατήσει το πόδι γιατί δεν την έβλεπε που στεκόταν μπροστά του. “Αφού δε σε βλέπω!” της απάντησε ο Θωμάς. Μα δεν ήταν μόνο αυτός! Κανείς δεν έβλεπε κανένα, ο ένας ποδοπατούσε τον άλλον και τα “Ωχ!” δεν είχαν σταματημό. Δε βόλευε αυτό το μαγικό! Μα τότε ακούστηκε νιαούρισμα ανατριχιαστικό, μπρρρρ! Η ακόλουθος της πριγκίπισσας θα έδινε τέλος στο πατητό. Σαν γάτα που ήταν, μετανάστρια από άλλη γειτονιά, ήξερε όλα τα κόλπα για να λύνει μαγικά. Στηρίχτηκε στα δυο μπροστινά της πόδια και με την πορτοκαλί ουρά της γαργάλησε τη μύτη τους,σα να ΄τανε φτερό. Ο ένας μετά τον άλλον έκαναν “ατσουυυυυ” στη σειρά και να ΄τοι πάλι όλοι με … σάρκα και οστά!

Η Μυρτώ κοίταξε στον ουρανό. Τι ΄ναι πάλι τούτο! Μια κλεψύδρα, που τον χρόνο δείχνει λιγοστό. “Εμπρός παιδιά, δεν έχουμε καιρό. Στο κάστρο πρέπει να φτάσουμε. Ελάτε από ΄δω!”

Και με την ψυχή στο στόμα βρέθηκαν μπροστά στην πύλη.

Πώς θα το χειριστούν τώρα αυτό; Θέλει θάρρος να πεις στον φρουρό:

-Μπορούμε να περάσουμε;

-Ποιοι είστε εσείς;

-Οι … καλεσμένοι, για… για το ρεβεγιόν!

-Παρακαλώ! Όλο ευθεία στον διάδρομο, που οδηγεί στην τραπεζαρία.

Δεν πίστευαν στ’αυτιά τους! Μήπως ήταν παγίδα, κόλπο θανατερό; Μα ο δρόμος δεν είχε πλέον γυρισμό, οπότε να το τραπέζι το γιορτινό με το λαχταριστό ψητό!

Και η έκπληξη της βραδιάς: η μις Ανάγνωση σε τρυφερό τετ-α-τετ με τον Αναλφαβητίξ να τσουγκράνε τα ποτήρια και να γελάνε πονηρά!

“Επιτέλους, μικρούλια μου! Σας περιμέναμε με αγωνία” είπε ο οικοδεσπότης και ίσιωσε το παπιγιόν.

“Μόνο εσείς θα μπορούσατε ν’αναλάβετε μια τέτοια αποστολή” είπε η μις Ανάγνωση. “Μια τέτοια μέρα γιορτινή, όλοι τρέχουν ν’αγοράσουν για δώρο, ρούχα, κολώνιες, παιχνίδια και γλυκά και τα βιβλία ξεμένουν στο ράφι, στη γωνιά.

Αν τα παιδιά κινδύνευαν να μην έχουν πια των βιβλίων τη χαρά ,δε θα το άφηναν να περάσει έτσι απλά! Γι’αυτό κι εγώ έστησα αυτή την ιστορία, μαζί με τον Αναλφαβητίξ, που, μη νομίζετε, τον πιάνει ανία που δεν μπορεί να διαβάσει ούτε μία ιστορία. Γι’αυτό κι αυτός ορκίστηκε πως φέτος θα μάθει γράμματα! Και θα ξεμαγέψει και την Μπίμπι, γιατί με το ζόρι παντρειά δε γίνεται!”

“Κι ο Άγιος Βασίλης;” ρώτησε η Αριάδνη.

“Κι αυτός δεν ήθελε πολύ! Σαν άκουσε περιπέτεια, πέταξε τη σκούφια του και μπήκε στο κόλπο.”

“Και η εξαφάνιση του δέντρου;” ρώτησε η Μυρτώ.

“Δε έχω ιδέα!” απάντησε η μις Ανάγνωση. “Θα είχε τους λόγους του κι αυτό. Ίσως είναι για σας η επόμενη αποστολή!”

“Και τα ντρόουνς;” ρώτησε η Έλσα.

“Ελάτε στη βεράντα και θα δείτε” είπε ο Αναλφαβητίξ.

Κι αυτό που είδαν ήταν πέρα από κάθε φαντασία: τα ντρόουνς βιβλία σκόρπαγαν σαν χαρτοπόλεμο στον ουρανό κι οι λέξεις χόρευαν ξέφρενο χορό!

Κι όσοι από κάτω βρέθηκαν, πολύ το χάρηκαν αυτό, εκτός από έναν κύριο, που του ‘λαχε … εγκυκλοπαίδεια Ρουσσώ!